10 Ιουλίου 1976: Μεγάλη οικολογική καταστροφή προκαλείται στην ευρύτερη περιοχή του Μιλάνου, εξαιτίας έκκλησης διοξίνης από χημικό εργοστάσιο στο Σεβέζο.

Print Friendly Version of this pageΕκτύπωση Get a PDF version of this webpageσε PDF
Στις 10 Ιουλίου 1976 σημειώθηκε στη Βόρειο Ιταλία και μάλιστα στη μικρή πόλη Seveso μαζική διαρροή διοξίνης από το εργοστάσιο παραγωγής τριχλωροφαινόλης της εταιρείας ICMESA ελβετικών συμφερόντων ύστερα από βλάβη σε δικλίδα ασφαλείας. Η τριχλωροφαινόλη χρησιμοποιείται στην κατασκευή αντισηπτικών σαπουνιών και αποσμητικών και η διοξίνη αποτελεί διάμεσο προϊόν και όχι τελική μορφή σύνθεσης στην παραγωγή. Υπολογίζεται ότι η έκλυση του τοξικού νέφους από το ατύχημα στον αέρα αφορούσε 35 kg σχεδόν καθαρής διοξίνης που ρύπανε έκταση 15 τετραγωνικών χιλιομέτρων με 37.000 κατοίκους. Ολόκληρη η περιοχή εκκενώθηκε αμέσως και το Seveso έμοιαζε με νεκρή πολιτεία.
Η διοξίνη, με το δύσκολο χημικό όνομα, 2, 3, 7, 8-τετραχλωριο-διβενζο-παρα-διοξίνη και τη διεθνή συντομογραφία TCDD, είναι ένα παραπροϊόν της σύγχρονης βιομηχανίας, αλλά και σημαντικός ρυπαντής του περιβάλλοντος. Υπάρχουν περίπου 419 χημικές ενώσεις του τύπου της διοξίνης, όμως 30 από αυτές είναι τοξικές με πρώτη την ΤCDD.
Εκτός όμως από τη βιομηχανία διοξίνες εκλύονται και από φυσικές πηγές, όπως τα ηφαίστεια και οι εκτεταμένες πυρκαγιές των δασών. Τελευταία παρουσιάστηκε μεγάλη έκλυση διοξίνης από τη συστηματική καύση των ζώων που είχαν προσβληθεί από αφθώδη πυρετό.
Η διοξίνη ως βιομηχανικό παραπροϊόν παράγεται από εργοστάσια παραγωγής χαρτοπολτού, γεωργικών φαρμάκων, πλαστικών (PVC), αντισηπτικών για αποσμητικά και σαπούνια (τριχλωροφαινόλη), από χυτήρια μετάλλων και κυρίως από τους αποτεφρωτικούς κλιβάνους στερεών αποβλήτων λόγω ατελούς καύσης.
Ακολουθεί ρύπανση του περιβάλλοντος και παραμονή της διοξίνης για μακρό διάστημα στην ατμόσφαιρα. Με τη βροχή πέφτει στο έδαφος και μολύνει τα φυτά και τα ζώα. Μπορεί, λοιπόν, κανείς να ανιχνεύσει τη διοξίνη παντού: στο έδαφος, στον αέρα, στο ίζημα του νερού. Επειδή είναι λιποδιαλυτή ουσία και υδρόφοβη, δηλαδή δεν διαλύεται στο νερό, εισέρχεται αμέσως στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Ετσι, ενώ παραμένει τελικά σε μικρές ποσότητες στον αέρα και το νερό, συγκεντρώνεται κυρίως στα τρόφιμα που περιέχουν λίπος, όπως τα γαλακτοκομικά προϊόντα, το κρέας και κυρίως το χοιρινό, τα κοτόπουλα, τα αυγά, τα ψάρια, τα οστρακοειδή, αλλά και σε ορισμένα εδάφη, στα ιζήματα των νερών κ.ά.
Οι επιπτώσεις
Οι επιπτώσεις στην υγεία είναι καταστροφικές. Η άμεση επαφή με υψηλές πυκνότητες διοξίνης προκαλεί δερματικές αλλοιώσεις, όπως χημικά εγκαύματα β' βαθμού, χλόασμα, ερύθημα. Επίσης εμφανίζεται ερεθισμός του αναπνευστικού επιθηλίου, βήχας, δύσπνοια, αιμορραγία των βλεννογόνων. Η ενζυματική λειτουργία του ήπατος απορρυθμίζεται και προκαλούνται βλάβες στο νεφρικό επιθήλιο. Η μακρά έκθεση του οργανισμού στη διοξίνη έχει ακόμη σοβαρότερες συνέπειες. Ετσι, παρατηρείται αναστολή της λειτουργίας του ανοσοποιητικού μηχανισμού και αρνητική επίδραση στο εξελισσόμενο νευρικό σύστημα, στους ενδοκρινείς αδένες και στις αναπαραγωγικές λειτουργίες. Στα ζώα έχει βρεθεί ότι η χρόνια έκθεση στην τοξική αυτή ουσία μπορεί να προκαλέσει διαφόρων τύπων καρκίνο. Η Διεθνής Εταιρεία για την Ερευνα του Καρκίνου (IARC) κατατάσσει τη διοξίνη στα «γνωστά καρκινογόνα του ανθρώπου» (1997). Οπωσδήποτε φαίνεται ότι ο κίνδυνος από την έκθεση σε πυκνότητες διοξίνης κάτω από ορισμένο ουδό είναι αμελητέος. Η επίδραση πάνω στο γενετικό υλικό δεν έχει πλήρως διευκρινισθεί και μελετάται ακόμη.
Αλλά η χρόνια επίδραση της διοξίνης στον ανθρώπινο οργανισμό πιστεύεται σήμερα ότι έχει και άλλες οδυνηρές συνέπειες και κυρίως στο γεννητικό σύστημα. Ετσι, η πτώση της ανδρικής γονιμότητας λόγω ολιγοσπερμίας, ο τριπλασιασμός της συχνότητας του καρκίνου του όρχεως, η κάθετη αύξηση της ενδομητρίωσης στις νέες γυναίκες, καθώς και του καρκίνου του μαστού στις μέρες μας, θεωρείται ότι συνιστά αποτέλεσμα της ρύπανσης του περιβάλλοντος με διοξίνες.
Ομως τα πλέον ευάλωτα άτομα είναι τα έμβρυα και τα νεογνά. Τα πρώτα μολύνονται από την τοξική ουσία ενδομητρίως, δεδομένου ότι διέρχεται ευχερώς από το φράγμα του πλακούντα. Μετά τον τοκετό τα νεογνά συνεχίζουν να μολύνονται μέσω του θηλασμού, αφού στο γάλα υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση της λιποδιαλυτής διοξίνης που καθιστά τη μητρική διατροφή επικίνδυνη.
Παρά την παρέλευση 25 ολόκληρων χρόνων από το ατύχημα του Seveso δεν έχουν ακόμη διευκρινισθεί οι συνέπειες της επιδράσεως της διοξίνης στην υγεία των ανθρώπων της περιοχής που περιλαμβάνουν 5.000 άτομα της επιβαρημένης Α και Β ζώνης ανάλογα με την απόσταση από το κέντρο της διαρροής. Είναι μόνο γνωστές οι άμεσες κυρίως δερματικές επιπτώσεις με την πρόκληση χημικών εγκαυμάτων ή χλοάσματος και μάλιστα σε παιδιά και νεαρά άτομα. Παρατηρήθηκε επίσης αύξηση της θνησιμότητας από καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα που όμως αποδόθηκαν κατ' αρχήν σε άλλους παράγοντες.
Επίσης σημειώθηκε αύξηση των περιπτώσεων διαβήτη. Στον τομέα των νεοπλασιών αναφέρθηκαν αυξημένες περιπτώσεις καρκίνου από το γαστρεντερικό, το λεμφικό και το αιμοποιητικό σύστημα. Στους άνδρες βρέθηκαν περισσότερες περιπτώσεις καρκίνου του ορθού και του πνεύμονος και στις γυναίκες αύξηση της συχνότητας νεοπλασιών από την ηπατοχολαγγειακή περιοχή. Οπως όμως τόνισε τον περασμένο χρόνο σε Διεθνές Σεμινάριο στο Giessen o D. Stefano Signorini δεν πρέπει να βιαστεί κανείς να βγάλει συμπεράσματα γιατί ακόμη η έρευνα δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά και γιατί ο χρόνος είναι μικρός, τα περιστατικά περιορισμένα και τα στοιχεία για την ατομική επιβάρυνση των θυμάτων ακόμη άγνωστα.
Παρατηρήθηκε ακόμη ένα περίεργο φαινόμενο της κατανομής του φύλου στα νεογνά: μέχρι το 1968, διάρκεια που συμπίπτει με τον χρόνο υποδιπλασιασμού της τοξικής ουσίας στο σώμα του ανθρώπου, αναφέρθηκε η γέννηση σαφώς περισσοτέρων κοριτσιών από τα αγόρια και μάλιστα 48 κορίτσια έναντι μόλις 24 αγοριών, διαφορά που συν τω χρόνω εξομαλύνθηκε. Αυτό αποδόθηκε στην οιστρογονική δράση της TCDD που επιδρά δραστικά στο ασταθές Υ χρωματόσωμα σε σύγκριση με το ισχυρό θήλυ γενετικό υλικό. Από τις γενικότερες επιπτώσεις στους ζώντες οργανισμούς παρατηρήθηκαν ομαδικοί θάνατοι πουλερικών και κουνελιών.
Μολύνσεις
Κατά τα άλλα οι επιπτώσεις του ατυχήματος στην αναπαραγωγική λειτουργία είναι ακόμη αδιευκρίνιστες και μάλιστα όσον αφορά στην αύξηση των αποβολών ή των διαμαρτιών διαπλάσεως. Η ανυπαρξία καταχωρήσεων, το αδιαπέραστο των Νοσοκομείων και ο μεγάλος αριθμός των ασθενών που μολύνθηκαν καθιστούν την αναδρομική έρευνα εξαιρετικά δύσκολη. Οπωσδήποτε έχει στοιχειοθετηθεί ένας μεγάλος αριθμός μεταλλάξεων στο γενετικό υλικό των κυττάρων των ιστών από εμβρυϊκά υπολείμματα αποβολών.
Ειδικά στα ζώα είναι γνωστή μια μαζική επίδραση της τοξικής ουσίας στην αναπαραγωγική τους ικανότητα. Στα θηλυκά π.χ. παρατηρείται μεγάλη αύξηση της ενδομητρίωσης. Αν αυτό συμβαίνει και στον άνθρωπο μέλλει να απαντήσει η έρευνα που εξελίσσεται ήδη από μια ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου του Μιλάνου σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Οι ίδιες ομάδες μελετούν τη συμπεριφορά του εμμηνορροϊκού κύκλου και της εμμηναρχής σε κορίτσια και γυναίκες από διάφορες ζώνες μόλυνσης της περιοχής.
Το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου έχει αρχίσει να εξετάζει ακόμη και τις επιπτώσεις της μόλυνσης στην αναπαραγωγική ικανότητα των ανδρών. Με συνεντεύξεις, αναλύσεις σπέρματος και προσδιορισμό ενδοκρινικών παραγόντων αναζητεί τις επιδράσεις του ατυχήματος όχι μόνο στην πρώτη αλλά και στη δεύτερη γενιά των ανδρών.
Ομως, μέχρι το 1988 δεν είχε προσδιορισθεί ούτε σε μια περίπτωση η ατομική επιβάρυνση του οργανισμού των εκτεθέντων ατόμων στη διοξίνη. Στο Νοσοκομείο του Desio, γειτονική πόλη στη Βόρειο Ιταλία, έχουν αποθηκευθεί σε βαθιά κατάψυξη πάνω από 2.000 δείγματα ορού που ελήφθησαν από τα προσβληθέντα άτομα αμέσως μετά το ατύχημα και περιμένουν τη διαδικασία των αναλύσεων, των προσδιορισμών και της μελέτης. Οι λόγοι της απίθανης αυτής καθυστέρησης φαίνεται ότι είναι τεχνικοί και οικονομικοί, αφού η τεχνολογία είναι ακόμη περίπλοκη και δαπανηρή.
Οι αναλύσεις
Υπολογίζεται ότι σε όλο τον κόσμο υπάρχουν μόνο 200 εργαστήρια που μπορούν να κάνουν αναλύσεις διοξίνης σε περιβαλλοντικά υλικά, όπως στη στάχτη, το έδαφος, το νερό, αλλά και τα τρόφιμα. Ομως μόνο 20 εργαστήρια σε ολόκληρο τον κόσμο είναι σε θέση να εκτελέσουν αξιόπιστους προσδιορισμούς διοξίνης σε βιολογικά υλικά, όπως το αίμα ή το μητρικό γάλα. Αυτό συμβαίνει μόνο σε βιομηχανικές χώρες και οι αναλύσεις συνεχίζουν να είναι οικονομικά δυσπρόσιτες. Η δαπάνη ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο του δείγματος και κυμαίνεται από 1.200$ για την ανάλυση ενός απλού δείγματος μέχρι 10.000$ ή και περισσότερο για τον έλεγχο της διοξίνης στα εκπεμπόμενα αέρια αποτεφρωτικών κλιβάνων στερεών αποβλήτων.
Χαρακτηριστικό των δυσχερειών που παρατηρούνται ακόμη στην ανίχνευση της διοξίνης είναι το γεγονός ότι όταν τον περασμένο χρόνο ξέσπασε το σκάνδαλο της μόλυνσης των ζωοτροφών στο Βέλγιο, η χημική διαδικασία για τον εντοπισμό της τοξικής ουσίας στα τοπικά εργαστήρια απαιτούσε χρόνο 3 μηνών. Οι αρχές λοιπόν προτίμησαν να στείλουν τα δείγματα για ανάλυση στην Ολλανδία, όπου κάποιο εργαστήριο διεκπεραίωσε την έρευνα και εντόπισε την αιτία σε 4 εβδομάδες.
Σήμερα η παλιά περιοχή του εργοστασίου της ICMESA στο Σεβέζο έχει τελείως αλλάξει. Το μολυσμένο χώμα έχει απομακρυνθεί από το έδαφος και ολόκληρος ο χώρος έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο πάρκο αναψυχής, που έχει γίνει ευχαρίστως αποδεκτό από τους κατοίκους, αν κρίνει κανείς από την κίνηση των επισκεπτών κυρίως τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές.

ΠΗΓΗ: http://www.kathimerini.gr
Έντυπη

0 σχόλια